
Δεκέμβρης 2008
Λένε ότι ο χρόνος είναι μεγάλος γιατρός και πως όσο περνάει από το κάθε γεγονός τόσο πιο καθαρά βλέπεις και κρίνεις όσα έχουν γίνει. Αλήθεια είναι, μόνο που κανείς δεν ξέρει ακριβώς πόσος είναι αυτός ο χρόνος που πρέπει να περάσει για να καθαρίσει το μυαλό σου από τις μυρωδιές και τις εικόνες που ταράζουν κάποιες από τις νύχτες σου και να καταφέρεις να σκεφτείς καθαρά.
Την Κυριακή κλείνει ένας χρόνος ακριβώς από τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου στα Εξάρχεια από τον αστυνόμο Κορκονέα. Μια δολοφονία που αν δεν υπήρχε ένα κινητό τηλέφωνο σε κάποιο μπαλκόνι να καταγράψει, δεν θα την πίστευε κανείς, όσοι μάρτυρες κι αν υπήρχαν. Ποιος θα ξεχάσει τον όρο “εξοστρακισμός” που αργότερα άλλαξε σε έναν πιο δόκιμο όρο… πιο δικηγορικό, πιο νομικίστικο. Βλέπαμε το βίντεο της δολοφονίας από τη μία και από την άλλη περιμέναμε το πόρισμα, ποιους απ’ όλους μας θα βγάλει τρελούς.
Εκείνες οι μέρες – περισσότερο οι νύχτες για την ακρίβεια “που ανήκαν στον Αλέξη” όπως έγραφε και ένα σύνθημα σε έναν τοίχο – τάραξαν όχι μόνο την Ελλάδα αλλά και ολόκληρο τον κόσμο. Σήκωσαν ανθρώπους κάθε γενιάς από τους καναπέδες, τους έβγαλαν στους δρόμους, ενεργοποίησαν άντρες, γυναίκες και παιδιά κάθε ηλικίας και ιδεολογίας. Ο κόσμος, όλοι μας δηλαδή, είχαμε πολλά για να διαμαρτηρηθούμε. Και είχε φτάσει η στιγμή, σαν μια σταγόνα να είχε ξεχειλίσει το ποτήρι της υπομονής. Γιατί τα τελευταία χρόνια δεν είχαν γίνει και λίγα.
Οι μνήμες μου έρχονται μία μία σαν ριπές, εκεί που δεν το περιμένω. Μια εικόνα, ένα πάτημα του κλείστρου της φωτογραφικής μηχανής, ένα σύνθημα, ένα χτύπημα, μια φωνή… η μυρωδιά του χημικού και του καμμένου πλαστικού στον αέρα, το τσούξημο στα μάτια και στο δέρμα, η αγωνία και η αγανάκτιση, η αδρεναλίνη, ο φόβος, η ντροπή αλλά και η υπερηφάνια, η κούραση, το ξενύχτι και το άκουσμα μαρτυριών, οι εκκλήσεις των συλληφθέντων, το ξύλο, το αίμα, τα μαυρισμένα αγάλματα και οι κατεστραμένες περιουσίες, οι αντιδράσεις των “σοφών” και η συμπαράσταση των γονιών, τα παιδιά, οι στολές, οι χαφιέδες, τα μαύρα γυαλιά ακόμα και μέσα στη νύχτα, τα μάτια που λαμπήριζαν είτε από τα δακρυγόνα είτε από τη συγκίνηση, το ποδοβολητό και οι βρισιές, τα χτυπήματα, ο ξερός ήχος του γκλομπ πάνω στα κόκκαλα, οι καπνοί και η ασφυξία, το κραγιόν κάτω από τα μάτια, οι οδηγίες πρώτων βοηθειών για τα δακρυγόνα, το αραιωμένο maalox σε σπρέυ στριμωγμένο μέσα στο σακίδιο, το δίκιο που σε πνίγει περισσότερο και από τα δακρυγόνα, τα σκυλιά που δεν ήξεραν προς τα που να τρέξουν, η γιαγιά που λιποθύμησε όταν πήγαν να την συλλάβουν τα ΜΑΤ, οι εγκλωβισμοί, η αναμονή και ο φόβος του στρατιωτικού νόμου, οι μαρτυρίες των φίλων για τους παρακρατικούς και τη βία, τις πέτρες που έσκαγαν δίπλα σου και για χιλιοστά δεν σε άφηναν στον τόπο, τα νεαρά πρόσωπα πίσω από τις αντισφυξιογόνες μάσκες και τις στολές, άλλα νεαρά πρόσωπα πίσω από μαντήλια και κουκούλες, το πτώμα του Γρηγορόπουλου πρωτοσέλιδο με τα μάτια ακόμα μισάνοιχτα, οι δηλώσεις επιφανών δικηγόρων, οι λαχανιασμένες φωνές των παιδιών στα μικρόφωνα του radiobubble που με τα κινητά στα χέρια έτρεχαν και ταυτόχρονα ενημέρωναν, την παραπληροφόρηση σε άλλα “επίσημα” μέσα, την κούραση και την αγωνία της διασταύρωσης και συγκέντρωσης πληροφοριών, την δημοσιογραφία των πολιτών, τις αφίσες των ελλήνων σχεδιαστών, την αγανάκτιση στα μέσα δικτύωσης από τα όσα απερίγραπτα τραγικά μοιραζόμασταν, τη φωτογραφία με το χέρι που κρατούσε έναν χαρτοφύλακα και έσταζε αίμα ή εκείνη με τους δύο ένστολους να σημαδεύουν παιδιά με όπλα… και τόσα άλλα, αμέτρητα. Όλοι μας θυμόμαστε και κάτι διαφορετικό, κανείς δεν βγήκε απ’ αυτόν τον Δεκέμβρη χωρίς μνήμες.
Θα γραφτούν πολλά, θα γίνουν αφιερώματα, οι απόντες εκείνου του Δεκέμβρη ξαφνικά θα θελήσουν να γίνουν πρωταγωνιστές κι εμείς θα γελάμε ειρωνικά γιατί θα ξέρουμε. Οι παρόντες όμως, οι πραγματικοί πρωταγωνιστές αυτών των ημερών, ας μη σιωπήσουν. Έτσι, για τη μνήμη.
Πρόσφατα είπαν: